23 Απρ 2020

15 Απρ 2020

Μεγάλη Τετάρτη


Ανακαλύψτε τα γοητευτικά χωριά του Πάρνωνα


Προικισμένος από την φύση με τα πιο ακριβά της δώρα, πνιγμένος σε δάση ελάτης, καστανιάς και καρυδιάς, στολισμένος με χαμηλού προφίλ χωριουδάκια, ο ταλαιπωρημένος από πυρκαγιές και κυνηγούς Πάρνωνας αποτελεί καταφύγιο για τους λάτρεις των «ήρεμων» ορεινών αποδράσεων. Αυτούς που δεν συγκινούνται από τους hip προορισμούς και τα κοσμοπολίτικα χωριά. Άλλωστε ο Πάρνωνας δεν αποτελεί «πέρασμα», ούτε στολίζουν τις πλαγιές του χωριά - σταρ, ούτε σε περιμένουν στις χιονισμένες κορυφές του παγκοσμίου φήμης χιονοδρομικά.
Σε όλα τα παραπάνω όμως, έγκειται και η... πρωτόγονη γοητεία του. Αυτή που σε κάνει να ψάχνεις αφορμή για να διοργανώσεις την επόμενη εξόρμηση στις πλαγιές του, να περπατήσεις στα μονοπάτια του ακόμα και αν δεν είχες μέχρι πρότινος καμία επαφή με την πεζοπορία και να υποσχεθείς στον εαυτό σου ότι κάποια στιγμή θα τον ξανατιμήσεις με την παρουσία σου. Τα παρακάτω γραφικά χωριουδάκια που βρίσκονται σκαρφαλωμένα στις πλαγιές του, αποτελούν σε κάθε περίπτωση highlights (αν υφίσταται τέτοιος χαρακτηρισμός σε ένα... χαμηλών τόνων βουνό) συγκαταλέγονται στις αφορμές που ψάχνουμε για να επισκεφτούμε τον μοναδικό αυτόν ορεινό προορισμό. 
Κοσμάς: Το «μπαλκόνι της Κυνουρίας» 

Ένα από τα ομορφότερα χωριά του Πάρνωνα, ο Κοσμάς είναι σκαρφαλωμένος σε υψόμετρο 1.150 μέτρων. Τα πέτρινα σπιτάκια του με τις κόκκινες κεραμιδοσκεπές ξεπροβάλλουν ανάμεσα στα έλατα, τις καστανιές και τις καρυδιές, ενώ ο φιδωτός ασφαλτόδρομος που ανηφορίζει εδώ από το Γεράκι της Λακωνίας καταλήγει, κάπως απότομα στο λιθόστρωτο της πλατείας του. Ο λόγος; Το μακρινό 1951, όταν ακόμη στο χωριό δεν οδηγούσε κανένας δρόμος, οι κάτοικοί του αποφάσισαν να παρακάμψουν το κράτος και τις υποσχέσεις περί χρηματοδότησης, και να ανοίξουν μόνοι τους, με τα χέρια, έναν δρόμο από τον οποίο θα έφτανε την 1η Ιουλίου, ημέρα του πανηγυριού, η εικόνα των Αγίων Αναργύρων στην πλατεία του χωριού με αυτοκίνητο. Ο δρόμος όντως ολοκληρώθηκε σε τρεις και κάτι μήνες, η ιστορία τους έγινε ένα χρόνο αργότερα ταινία και έτσι έμεινε γνωστός ως ο δρόμος των εκατό ημερών. 
Στο κέντρο της πλατείας του δεσπόζει η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, ενώ γύρω της απλώνονται μικρά χαριτωμένα καφενεία και ταβερνάκια που σερβίρουν λαχταριστά ντόπια κρέατα στη σχάρα και τοπικές σπεσιαλιτέ που περιλαμβάνουν γίδα βραστή και εξαίσιες ρεβιθάδες. Λίγο έξω από το χωριό, στον δρόμο προς το Λεωνίδιο, αξίζει μια επίσκεψη το εντυπωσιακό μοναστήρι της Παναγίας της Έλωνας, σφηνωμένο στην κορυφή των κατακόκκινων βράχων. 
Τσίντζινα: Ένα χωριό, επτά μονοπάτια 

Ακριβώς μετά το χωριό Βέροια, χτισμένα σε μια απότομη πλαγιά του βουνού - σαν σε κρατήρα - δεσπόζουν τα Τσίντζινα. «Πνιγμένος» μέσα σε πυκνά δάση ελάτων και με το επιβλητικό βουνό να δεσπόζει από πάνω του, ο οικισμός σε γοητεύει εξαρχής με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του, τα γήινα χρώματα (το σκούρο πράσινο από τα έλατα συνυπάρχει αρμονικά με τα χρώματα της πέτρας και των κεραμιδοσκεπών) και φυσικά την απόλυτη ηρεμία του τοπίου. 
Τα δαιδαλώδη δρομάκια του χωριού ενδείκνυνται για πρωινή ή μεσημεριανή βόλτα (καιρού επιτρέποντος), ενώ μέσα και γύρω από αυτό σώζονται αρκετά εκκλησάκια, όπως ο σπηλαιώδης ναός του Αγ. Ιωάννου και το άριστα διατηρημένο ξωκκλήσι της Ιεράς Μονής Κελλίου. 
Η Μονή διαλύθηκε λίγο μετά το 1830, αλλά στον περιβάλλοντα χώρο της σώζονται μέχρι σήμερα τα ίχνη κρυφού σχολειού. Ακόμα όμως και αν δεν σε συγκινήσουν τα παραπάνω, είναι σίγουρο ότι κάποιο από τα εννιά (!) μονοπάτια διαφόρων βαθμών δυσκολίας, τα οποία ξεκινούν από την πλατεία θα το καταφέρει. 
Καστάνιτσα: Η διακριτική γοητεία της... ιδιαιτερότητας 

Ανακηρυγμένη Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο και Τόπος Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους από την UNESCO, η Καστάνιτσα δε χρειάζεται να προσπαθήσει για να σε πείσει να μείνεις εδώ: από την πρώτη στιγμή που θα την αντικρίσεις, κρυμμένη πίσω από τα έλατα στην καταπράσινη πλαγιά του Πάρνωνα, η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική της, με τα αμφιθεατρικά κτισμένα, ολόλευκα πυργόσπιτα να σκεπάζονται από το χαρακτηριστικό καφεγκρί σχιστόλιθο και να πλαισιώνονται από ξύλινα μπαλκόνια, και η ομορφιά του φυσικού τοπίου που την περιβάλλει σε κερδίζει. 
Μάλιστα, η θέα από το ύψωμα - το κάστρο - στο επάνω μέρος του οικισμού, όπως και από την ανακαινισμένη πλατεία, είναι εξαιρετική. Γύρω γύρω απλώνεται πυκνό και παρθένο δάσος από έλατα και καστανιές. Μιλώντας για... κάστανο, στο χωριό διοργανώνεται κάθε χρόνο η ετήσια Γιορτή του Κάστανου, συνήθως στις 25 και 26 Οκτωβρίου, ως φόρος τιμής στο κυριότερο προϊόν του χωριού. 
Κάθε χρόνο δεκάδες κόσμου συρρέουν από τις γύρω περιοχές, και από την Αθήνα, για να διασκεδάσουν και να απολαύσουν το κάστανο σε πολλαπλές εκδοχές (ψητό, γλυκό, λικέρ, βραστό κτλ.) 

12 Απρ 2020

Ο φόβος της ελευθερίας


15 χρόνια πριν, οδηγούσα ένα XT550 του 85. Από φανάρι σε φανάρι, δε μου έφευγε τίποτα. Ούτε κατάνα, ούτε ζιζιαρ, ούτε τζιπιζετ, ούτε τίποτα. Ο απόλυτος άρχοντας του δρόμου. Και οδηγούσα και καλά. Πρόσεχα και φορούσα πάντα μπουφάν και κράνος, ακόμα και όταν πήγαινα για μπάνιο στη θάλασσα.
Όλα πήγαιναν καλά και περνούσα καλά, όπως έκανα στα νιάτα μου.
Όλα αυτά, αν δεν ήταν στη μέση το ποτό…

Διότι υπό την ελαφρά επήρεια αλκοόλ, παίζονταν περίεργα παιχνίδια με το θάνατο, που τότε θεωρούσα ότι με κρατούσαν σε φόρμα. Ενα βράδυ όμως ήπια πολύ.
Ενας λάθος χειρισμός σε μια στροφή, με έριξε πάνω σε ένα μαγαζί.
Ένιωθα περίεργα. Ήμουν σε μια κατάσταση ηρεμίας σαν αυτή που έχουμε όταν ξαπλώνουμε μετά από μια μέρα γεμάτη με σωματική κόπωση. Εκείνη την γλυκιά παράδοση πριν κλείσεις τα μάτια.
Το κακό ήταν πως ήξερα ότι δεν έπρεπε να νιώθω έτσι διότι κάτι άλλο (μάλλον κακό) είχε συμβεί. Ένιωθα το πεζοδρόμιο στο μάγουλό μου. Ένιωθα τα γυαλιά στα μάτια μου. Ήξερα ότι δεν έπρεπε να χάσω τις αισθήσεις μου για να μην κάνω κακό στα μάτια μου. Τους φόβους μου ήρθε να επιβεβαιώσει η φωνή ενός άνδρα από πάνω. "Ναι; 166; Ναι. Στείλτε ένα ασθενοφόρο να πάρετε έναν πεθαμένο…"
(!) Δεν πέθανα ηλίθιε! φώναξα. Η μάλλον, ήθελα να φωνάξω. Αλλά δεν έβγαινε φωνή. Δεν ακουγόμουν. Δεν είχα τη δύναμη να βγάλω φωνή. Μόνο σκεφτόμουν…
Και εκείνη η γλυκιά νύστα… Ένιωθα ότι θα ερχόμουν κοντά σε κάτι οικείο… Δεν ένιωθα καθόλου φόβο… Το μοναδικό πράγμα το οποίο με φόβισε ήταν μήπως είχα χτυπήσει στη μέση και έμενα παράλυτος… Μόνο αυτό με τρομοκράτησε για λίγο… Ο ύπνος δε με τρόμαζε καθόλου….
Μετά σκέφτηκα το ότι έχω πολλές δουλειές να τελειώσω, πολλούς ανθρώπους που αγαπάω και με αγαπάνε και αποφάσισα να κάνω υπομονή μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο…
Η επαφή μου με το θάνατο, καθώς και η επαφή μου με ανθρώπους που δεν ήταν τόσο τυχεροί όσο εγώ και έχασαν το χέρι τους από τον ώμο, ή το πόδι τους από το γόνατο, ή είναι από τότε ακόμα σήμερα σε κώμα, άλλαξε εντελώς τη θέαση της ζωής μέσα μου. Μόνο όταν κόντεψα να χάσω όσα θεωρούσα αυτονόητα κατάλαβα την αξία του δώρου που μου χαρίστηκε.
Δεν ξέρω που θα πάω όταν φύγω από εδώ. Θα πάω όπου πάνε όλοι οι άνθρωποι, άσχετα με το πόσο πλούσιοι ή φτωχοί, ευφυείς ή ανόητοι, όμορφοι ή άσχημοι είναι. Και όταν πάω, θα μάθω που είναι αυτό το αλλού. Δυστυχώς (ή ευτυχώς) κανείς που πήγε και έμαθε δεν γύρισε για να μας πει πως είναι. Ξέρω όμως ότι το δώρο της ζωής θα πρέπει να το αξιοποιήσω στο έπακρο, διότι είναι το μόνο που έχω. Γι αυτό προσπαθώ να ζω, να αγαπώ και να μαθαίνω.
Η ψυχή είναι αθάνατη. Αυτό το πιστεύω απλώς.. Μπορεί να το πιστεύω επειδή με βολεύει. Ίσως. Μου δίνει όμως ένα σημείο αναφοράς. Αυτός που πιστεύει στην αθανασία της ψυχής. φροντίζει να μην τη φθείρει και να μην τη μολύνει. Και γι αυτό φέρεται καλά στους συνανθρώπους του.
Όταν θρηνώ, δε θρηνώ αυτούς που φεύγουν, αλλά αυτούς που μένουν. Το μόνο που με τρομοκρατεί είναι η ανώφελη ζωή και ο ανώφελος θάνατος. Μεγάλωσα, σπούδασα, γλέντησα, έκανα οικoγένεια.  Όλη μου τη ζωή διάβαζα για ιστορίες που έγραψαν άλλοι. Για τους αρχαίους, για το 1821, για το 1940, για όλα αυτά. Και φοβόμουν ότι θα ανήκα σε μια γενιά που κατανάλωσε ότι πρόλαβε, βουτηγμένη στο τζόγο, στη μπάλα, στα ναρκωτικά και στη λαγνεία και θα πέθαινα χωρίς να κάνω κάτι για να βελτιώσω τον κόσμο που παρέλαβα. Έτσι όπως πάνε τα πράγματα, από ότι φαίνεται θα μου δοθεί η ευκαιρία και για έναν ένδοξο θάνατο.
Τί είναι όμως αυτό για το οποίο θα πέθαινα; Για ποιο λόγο να απαρνηθώ τον εαυτούλη μου στον οποίο μπορώ να εξασφαλίσω μερικά ακόμη χρονάκια ανέμελης ζωής; Γιατί να τα αφήσω όλα αυτά;
Χωρίς δεύτερη σκέψη, η οικογένεια μου. Δεν με νοιάζει αν αυτό το κάνω επειδή λυπάμαι για τη σύζυγο και για τα παιδιά μου, ή εμένα χωρίς αυτούς. Δεν θα φτάσω καν να το σκεφτώ. Θα ενεργήσω με εντολές από το νωτιαίο μυελό. Αμέσως μετά είναι οι άνθρωποι που αγαπώ. Οι φίλοι μου, οι συγγενείς. Μετά είναι ο λαός μου. Είναι στραβός, αναρχικός, ινδιάνος, αλλά αυτόν τον λαό τον αγαπάω. Μου αρέσει που ο Ελληνικός λαός γελάει. Που είναι γλεντζές. Που είναι μεγαλόψυχος.
Αν τολμούσα να σκεφτώ ότι θα είχα την τύχη να πεθάνω για τη βελτίωση της ανθρωπότητας, θα ένιωθα από τώρα πανευτυχής, αλλά αισθάνομαι πολύ μικρός και πολύ λίγος για τέτοια αποστολή.
Ο αθάνατος Σόλων κάποτε είπε ότι αν θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει πρώτα να αλλάξουμε τον εαυτό μας. Πρώτα λοιπόν θα αλλάξουμε τον εαυτό μας, μετά θα επηρεάσουμε τους γύρω μας, μετά το λαό μας, και τέλος την ανθρωπότητα. Το όπλο μας είναι τα ιδεώδη και τα ιδανικά του Ελληνικού Πολιτισμού. Εκεί υπάρχουν οι αρχές και οι αρχές είναι συμβατές με το Χριστιανισμό. Προς το παρόν και εγώ είμαι στο πρώτο στάδιο, της επιβολής επι του εαυτού. Νικάω πολλές μάχες, αλλά ακόμη χάνω πολλές.
Ενας ένδοξος θάνατος, μπορεί να δώσει νόημα σε μια στιγμή, ακόμη και σε μια ασήμαντη ζωή. Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι δεν τιμάμε τους ήρωες μας. Αντί να τους τιμάμε, τους προσβάλουμε. Και σκεφτόμαστε ότι αν πεθάνουμε σήμερα, κανείς δε θα μάθει τίποτε για εμάς. Ασήμαντα ανθρωπάκια που χάθηκαν χωρίς να αφήσουν ίχνος. Οπότε πιστεύουμε ότι τίποτα δεν έχει νόημα για να ζείς ή να πεθαίνεις και γι αυτό κοιτάμε απλώς να επιβιώσουμε με κάθε κόστος. Ότι φάμε, ότι πιούμε κι ότι αρπάξει … Πλήρης ηθική κατάπτωση.
Μόλις αντιληφθούμε ότι όλοι μας είμαστε μια αναλαμπή στο χωροχρόνο ενός ζωντανού οργανισμού που λέγεται ανθρωπότητα και προσπαθήσουμε με τη ζωή μας να γίνουμε εμείς οι πιο φωτεινές αναλαμπές τότε οι άνθρωποι θα διαγωνίζονται όχι για το ποιος έχει το καλύτερο αμάξι ή το μεγαλύτερο κότερο, αλλά για το ποιος προσέφερε περισσότερα στην ύψιστη αποστολή μας στη ζωή που είναι να εξασφαλίσουμε έναν καλύτερο κόσμο από αυτόν που παραλάβαμε για αυτούς που τον καρτεράνε όπως τραγουδούσε ο αθάνατος Ξυλούρης, τότε θα σταματήσουμε να φοβόμαστε το θάνατο. Το μόνο που μας κρατάει, είναι ο φόβος. Και ο μόνος φόβος που είναι χειρότερος από το φόβο του θανάτου, είναι ο φόβος της ελευθερίας.
Θαλαμοφύλακας.

5 Απρ 2020

Η Εστερ απο την Αγγλία. Του Αγγελου Καλοδούκα.










Απέναντι από τον εθνικό κήπο μια μέρα στην εποχή του κορωνοϊού. Εγώ με μάσκα και πλαστικά χειρουργικά γάντια στα χέρια. Αυτή, όπως τη βλέπετε στις φωτογραφίες.
Καθάρισε σκυφτή και καμπουριασμένη με απόλυτη επιμέλεια το μάρμαρο της εισόδου της πολυκατοικίας που θα αποτελούσε το προσωρινό της καταφύγιο. Είχε ένα πλαστικό μπουκαλάκι μπλε οινόπνευμα, πότιζε με αυτό χαρτομάντηλα και μετά καθάριζε. Μετά άρχισε να καθαρίζει εξωτερικά τις τσάντες με τα υπάρχοντά της. Με την ίδια επιμέλεια. Μετά έβαζε τάξη στα πράγματά της που είχε μέσα στις τσάντες. Ήταν τόσο μεγάλη η προσοχή και η επιμονή που έδειχνε που μου θύμισε τη συχωρεμένη μητέρα μου. Με πλημμύρισαν αναμνήσεις, μια ηδονική μελαγχολία.
Μετά κάθισε στο καθαρισμένο μάρμαρο της εισόδου έτριψε το πρόσωπό της με τα δυο της χεράκια και φανερώθηκε ένα κουρασμένο πρόσωπο. Έβγαλε ένα μικρό πακετάκι μπισκότα και άρχισε να τα τρώει. Την πλησίασα.
- Μπορώ να σου δώσω μια μικρή βοήθεια;
Της έδωσα ένα χαρτονόμισμα των πέντε ευρώ. Με ευχαρίστησε. Τη ρώτησα πώς τη λένε.
- Έστερ από την  Αγγλία. Να δω πώς θα γυρίσω πίσω.
- Πού μένεις;
- Πού αλλού, στο δρόμο.
Τη ρώτησα αν μπορούσα να τη φωτογραφίσω. Μου πόζαρε και μετά μου έριξε ένα σεμνό γλυκό χαμόγελο.
Δεν είχε καμιά ξενική προφορά, δεν έμοιαζε να είναι από την Αγγλία. Ίσως το καπέλο. Α, ναι, και η μικρή ομπρέλα. Δεν θα μάθω ποτέ την ιστορία της.

Ναύπλιο : Η ομορφιά  ,και η ερημιά του σήμερα...

Και μετά να τριγυρίσω παντού, να πάω στην παραλία, να κάνω βόλτα στο λιμενοβραχίονα, να ξαναδώ την Αρβανιτιά όπου κάναμε μπάνιο, να πάω στα καφενεία...




4 Απρ 2020

Αρεόπολη. Γοητεία, και άγρια ομορφιά.

Η Αρεόπολη, το μπαλκόνι του Μεσσηνιακού κόλπου είναι μία πινέζα στον χάρτη του Νομού Λακωνίας που φέρνει τη θάλασσα στο βουνό και αντίστροφα. Είναι ο ιδανικός φθινοπωρινός προορισμός για να μεταβείτε ομαλά από τη μία εποχή στην άλλη, δίνοντας μία μικρή παράταση στο Καλοκαίρι που πέρασε και καλωσορίζοντας με άλλη διάθεση τον Χειμώνα που παίρνει τη σκυτάλη.

Μία ώρα νοτιότερα της Σπάρτης και μόλις 25 χιλιόμετρα από το Γύθειο, πάνω ακριβώς από το Λιμένι στέκεται αρχοντική και αγέρωχη στους πρόποδες του Άγιου Ηλία η Αρεόπολη, ένα από τα μεγαλύτερα και γοητευτικότερα χωριά στην περιοχή της Μάνης. Πριν μετονομαστεί σε Αρεόπολη λεγόταν Τσίμοβα, ενώ τη σημερινή της ονομασία την οφείλει στο θεό του πολέμου, Άρη. Το ένδοξο παρελθόν αποπνέει ακόμη και σήμερα έναν αέρα περηφάνιας πάνω από τις σκεπές της, καθώς εκεί, στις 17 Μαρτίου του 1821, σηκώθηκε για πρώτη φορά το λάβαρο της Επανάστασης ενάντια στην Τουρκοκρατία. Σήμερα η Αρεόπολη απαριθμεί περίπου στου 900 κατοίκους και υπάγεται στον Δήμο Ανατολικής Μάνης.

Με τη Φύση να παίζει ρόλο πρωταγωνιστή, ο πέτρινος οικισμός είναι ζωγραφισμένος στο μπλε και το πράσινο. Με ξύλινες πόρτες και παράθυρα, με βουκαμβίλιες να πετάνε αναπάντεχα μοβ πινελιές εκεί που δεν το περιμένεις και τη θάλασσα «πιάτο» είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα άγριας μανιάτικης ομορφιάς που δεν μπορεί παρά να αφήσει τους περισσότερους επισκέπτες της άφωνους. Με την πέτρα να σχηματίζει γραφικά μονοπάτια είναι το κατάλληλο μέρος για όσους δεν χορταίνουν να βολτάρουν, ανακαλύπτοντας καινούργια μέρη. Ξεκινώντας το οδοιπορικό από το κέντρο, δηλαδή την πλατεία των Αθανάτων, βρίσκεται το άγαλμα του Πετρομπέη Μαυρομιχάλη, σημείο συνάντησης που περιτριγυρίζεται από παραδοσικά καφενεία. Ανεβαίνοντας συναντάει κανείς τους επιβλητικούς πύργους των Μαυρομιχάλιδων να δεσπόζουν αριστοκρατικοί, ένας εκ των οποίων, αυτός του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη έχει μετατραπεί σε ιστορικό και οικογενειακό μουσείο.
Οι πετρόκτιστες εκκλησίες της που αρχίζουν να χρονολογούνται από το 17ο αιώνα, όπως ο Ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών με το πανύψηλο -σήμα κατατεθέν της περιοχής- καμπαναριό ή εκείνη του Άγιου Ιωάννη του Προδρόμου και το μοναστήρι της Παναγιάς της Τσιπιώτισσας του 18ου με ανεκτίμητες τοιχογραφίες σας παρασύρουν σε ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο.

Το βράδυ που φωτίζεται κάθε κρυμμένη γωνιά της και οι πέτρινοι δρόμοι γεμίζουν από παρέες και ξύλινες καρέκλες μετατρέπεται σε κάτι διαφορετικό, σχεδόν κοσμοπολίτικο χωρίς να χάνει κάτι από την κλασική ομορφιά της. Οι κάτοικοι έχουν καταφέρει να διατηρήσουν αναλλοίωτη την παραδοσιακή ατμόσφαιρα της περιοχής παρά την έντονη και συνεχόμενη τουριστική της ανάπτυξη. Αυτό είναι άλλωστε που μαγεύει τους περισσότερους και την κάνει πόλο έλξης ακόμη και τους καλοκαιρινούς μήνες. Η Αρεόπολη διαθέτει φιλόξενα καταλύματα σε μανιάτικο στυλ, παραδοσιακές ταβέρνες με μοναδικά εδέσματα και καταστήματα παρέχοντας όλες τις ανέσεις για όσους την επισκέπτονται. Αν αποφασίσετε λοιπόν να διανύσετε την απόσταση και να επισκεφτείτε την Αρεόπολη, θα δείτε ότι θα γίνει από μόνη της η αφορμή, ο αγαπημένος προορισμός που ψάχνατε και για επόμενα τριήμερα, όταν θα χρειάζεστε λίγες ακόμη στιγμές χαλάρωσης μακριά από την Αθήνα…

3 Απρ 2020

Θέλω Καλοκαίρι.





Σε ένα άρθρο πραγματικό ύμνο για την Ελλάδα η βρετανική Telegraph γράφει ότι η χώρα που πρέπει κάποιος να επισκεφθεί για να αφήσει πίσω του τον εφιάλτη του κορονοϊού είναι η Ελλάδα.
Στο άρθρο του στην Telegraph Όλιβερ Σμιθ προτείνεται η διαμονή σε κάποιο νησί και περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τις εικόνες στους αναγνώστες του για να τους κάνει να ονειρεύονται μετά τον κορονοϊό.
«Τα περισσότερα μοναστήρια στα νησιά διαθέτουν υπέροχες αυλές όπου μπορεί κάποιος να απολαύσει το ηλιοβασίλεμα  ενώ δίπλα θα υπάρχει και κάποιο παρεκκλήσι γεμάτο με εικόνες. Αν είστε τυχεροί μπορείτε να βρεθείτε σε μοναστήρι που θα διαθέτει έναν μοναχό», γράφει μεταξύ άλλων.
Δίνει και συμβουλές για το φαγητό και περιγράφει πως θα πρέπει να είναι η ταβέρνα που θα επισκεφθεί κανείς.
«Θα πρέπει να είναι οικογενειακή, να έχει  αρκετές γάτες – μία από τις οποίες είναι συνήθως έγκυος. Το τραπέζι να καλύπτεται από ένα τεράστιο χάρτινο τραπεζομάντηλο που θα μένει στη θέση του καθώς θα το κρατάνε πλαστικά κλιπς. Η αλατιέρα θα πρέπει να έχει μέσα της ρύζι και το μενού να περιλαμβάνει απαραιτήτως τζατζίκι, ντολμάδες, τηγανητό κολοκύθι, σουβλάκι, κλέφτικο, στιφάδο, χωριάτικη σαλάτα, καλαμάρι και τυρόπιτα. Η ρίγανη θα βρίσκεται παντού». 
Και συνεχίζει: «Το κρασί θα πρέπει να είναι ανησυχητικά φτηνό, να σερβίρεται με το λίτρο και να βελτιώνεται κάθε φορά που δοκιμάζεις το φαγητό».
Για τις παραλίες, ο Βρετανός δημοσιογράφος προτείνει τις πιο ερημικές, που περιτριγυρίζονται από βραχώδεις καταπράσινους όγκους και ενδεχομένως να διαθέτουν μια μικρή ταβέρνα που σερβίρει φρέσκο ψάρι και κρύα μπύρα. «Τι άλλο χρειάζεστε;», αναρωτιέται ο Βρετανός δημοσιογράφος.
Προτείνει ένα νησί των Κυκλάδων, την Τήνο και ένα των Σποράδων, την Σκόπελο.